Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Η Παναγία μετέβη σε καλύτερη, ανώτερη και ωραιότερη ζωή.



Zoom in (real dimensions: 600 x 377)Εικόνα

Πλησιάζει ξανά η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όλοι οι πιστοί ετοιμάζονται να πανηγυρίσουν λαμπρά τη μεγάλη θεομητορική πανήγυρη.
Η μνήμη της είναι ιερή, θαυμαστή, εξαίσια και συγκινητική. Εορτή θαυμάσια, δοξασμένη, υπέροχη και λαοφίλητη. Οι πιστοί χαίρονται, παρότι πρόκειται για την κοίμηση της Θεοτόκου, για μετάσταση αγαπητού προσώπου. Χαίρονται που η προστάτισσά τους, η μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, ανέρχεται στους ουρανούς για να πρεσβεύει διηνεκώς υπέρ σύμπασας της πάσχουσας ανθρωπότητος.

Φαίνεται αντιφατικό το σχήμα. Χαρά στη νεκρώσιμη έξοδο; Πρόκειται για χαροποιό πένθος και χαρμολύπη, για την ασκητική και νηπτική γραμματεία. Οι λυπητεροί ύμνοι γίνονται χαροποιοί. Η κηδεία μετατρέπεται σε πανηγυρική εορτή. Φαίνεται παράδοξο εξωτερικά και με πρώτη ματιά. Αν εμβαθύνει κανείς, θα παρατηρήσει ότι πρόκειται για θεϊκή ενέργεια, για θαυματουργό γεγονός. Ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο. Τα δάκρυα του πένθους, της θλίψης και της στενοχώριας μεταβλήθηκαν σε δάκρυα χαράς, ευφροσύνης, αγαλλιάσεως και ελπίδος. Παραμυθεί η Θεοτόκος τους φίλους της, τους χαρίζει ωραίους λογισμούς, αισιόδοξη σκέψη, γλυκιά παρηγοριά. Η Παναγία μετέβη σε καλύτερη, ανώτερη και ωραιότερη ζωή.

Ήταν αδύνατο ο σκοτεινός Άδης να φυλακίσει την Πανυπέραγνη μητέρα του Εμμανουήλ, τη γεννήσασα τον Φωτοδότη Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης, τον εωθινό αστέρα. Έτσι ο θάνατός της έγινε πύλη της ζωής και του φωτός. Οι πιστοί προσκυνώντας με ευλάβεια τις θαυματουργές θεομητορικές εικόνες λαμβάνουν χάρη και χαρά, κουράγιο και άνεση, ενίσχυση και δύναμη. Τα δάκρυα των πιστών είναι καρδιακά, άκοπα, γλυκά. Δάκρυα χάρης και χαράς, ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης, παρακλήσεως και θερμής ικεσίας. Ο ελληνικός λαός είναι θεοτοκοφιλής. Οι λυπηρές εξαιρέσεις παντού και πάντοτε υπάρχουν.

Οι ταπεινοί και ευλογημένοι προσκυνητές των εικόνων της Παντάνασσας καταθέτουν τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, το αίτημά τους, τη δυσκολία τους. Η πονεμένη μητέρα Παναγία τους δέχεται όλους, τους ακούει, τους παρηγορεί, τους σφουγγίζει ιδρώτες και δάκρυα, τους ασπάζεται, τους εγκαρδιώνει. Πόνεσε η Πανάχραντη πολύ και γνωρίζει να συμπονά, να συντρέχει, να δέεται συνεχώς. Μονές, εκκλησίες, εκκλησάκια, προσκυνητάρια, θυμίζουν τη χάρη της. Άπειρα τα αφιερώματα δεήσεων. Πλούσια τα δώρα ευχαριστιών. Εικόνες μουλιασμένες στο δάκρυ των ευλαβών προσκυνητών. Κάποτε δακρύζει και η ίδια η εικονιζόμενη Μεσίτρια και Πρέσβειρα όλων των πιστών. Η κάθε εικόνα της έχει μια ιδιαίτερη ιστορία κι ένα ξεχωριστό, χαρακτηριστικό όνομα.

Η μορφή της Παναγίας μένει πάντοτε σεμνή, σοβαρή, σιωπηλή, συνετή και σεβάσμια. Μιλά όμως κι έτσι, με την πλούσια χάρη της, την καθαρότητά της, την ταπείνωσή της. Κρύβει στο ιερό πρόσωπό της ένα υπέροχο ήθος. Δίνει χαρά δίχως να γελά και να αστειεύεται, κηρύττει δίχως λόγια, αλλά με το βιωμένο της παράδειγμα, διδάσκει με την ίδια την ωραία ζωή της. Δίνει αυτό που έχει: αγάπη, υπομονή, υπακοή και καλοσύνη. Νομίζει ο προσκυνητής ότι κάτι του λέει προσωπικό η εικόνα. Αισθάνεται μέσα του να σκιρτά η λησμονημένη αθωότητα, η παιδική λιτότητα, η καρτερικότητα στους πόνους. Ένας άλλος τρόπος ζωής που ανέθρεψε πολλές γενιές με μεγάλες δυσκολίες. Στον εφετινό εορτασμό της ας ασπασθεί όλους τους προσκυνητές της, για να μην αποκάμουν και απογοητευθούν.

Μακαριστού Μωυσέως Μοναχού, Αγιορείτου

agiosharalabos.blogspot.gr
Εικ.:εδώ

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Λυγίζοντας τα γόνατα μπρος στη Μητέρα της Ζωής (Παρακλήσεις Δεκαπενταύγουστου).




Τον Δεκαπενταύγουστο ψάλλουμε Παρακλήσεις, Μικρές και Μεγάλες. Εναλλάξ. Μία μέρα τη Μικρή, μία τη Μεγάλη. Δέκα, ένδεκα ή δώδεκα Παρακλήσεις εν συνόλω. Ανάλογα με τη θέση των Σαββατοκύριακων της περιόδου. Όσες είναι οι Εντολές ή όσα τα Έωθινά, ή όσοι οι Απόστολοι.
Οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες εις την Ύπεραγίαν Θεοτόκον βρίσκονται στο βιβλίο της Παρακλητικής. Στό τέλος, μαζί με τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, επίσης αναφερόμενο στην Ύπεραγία Θεοτόκο. Τελική παράκλησις του πιστού στην μετά Θεόν τελευταία ελπίδα του. Τελική καί πληθωρική παρηγοριά κι αναψυχή του.
Ό Αύγουστος, τελευταίος μήνας του εκκλησιαστικού έτους, με διάταγμα του Αυτοκράτορας Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου ώρίσθηκε να είναι αφιερωμένος στη μνήμη της Θεοτόκου από την πρώτη ήμερα του ως την τριακοστή πρώτη. Κι εκείνος φιλοτιμήθηκε καί φρόντισε να Της χαρίση την πιο όμορφη πανσέληνο του χρόνου, ν’ ανάπαυση, στην Κοίμησί Της, τα άχραντα πόδια Της πάνω της, καί είδε κι έθαύμασε σαν παιδί ό πολύς Κόντογλου κι ονομάτισε τη Σελήνη Ύποπόδιον της Θεοτόκου.
Στά πλαίσια αυτά της Αυγουστιάτικης θεομητορικής ευλάβειας, οί Παρακλητικοί Κανόνες της Παναγιας έχουν μια θέση πού ξεχωρίζει. Κανονίζουν καθημερινά την έκφραση της ευσέβειας μας καί την υποβολή των αιτημάτων μας προς τον Θεό. Καί μας καλούν παρά. Δηλαδή δίπλα. Έξω από το στενό χώρο όπου βρισκόμαστε καθημερινά καί θλιβόμαστε με το ένα καί το άλλο συναπάντημα της ζωής καί στενοχωρούμαστε με τίς βιοτικές μέριμνες καί τα χιλιόμορφα ανθρώπινα βάσανα. Στόν άνετο χώρο της Χάριτος. Εκεί πού μπορεί κανείς ν’ αναπνέει άνετα καί ελεύθερα. Στόν πλατυσμό της Πλατυτέρας των Ουρανών. Στήν άνεση καί την ευρυχωρία της Χώρας των Ζώντων.
Ό πρώτος, ό Μικρός Παρακλητικός Κανόνας είναι «Ποίημα Θεοστηρίκτου Μοναχού. Οι δε (υποστηρίζουν) Θεοφάνους». Ό δεύτερος, ό Μέγας, είναι «Ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως», ήγουν του πολύπαθου τελευταίου Αύτοκράτορος της Νικαίας (1222 – 1258) πού καλογήρεψε προτού πεθάνει σε ηλικία 36 μόλις χρόνων, κι έλαβε τ’ όνομα Θεοδόσιος. Καί τα τέσσερα ονόματα έχουν ως πρώτο συνθετικό τον Θεό Θεοστήρικτος, Θεοφάνης, Θεοδωρος, Θεο-δόσιος. «Αξιον καί δίκαιον, άφοϋ αμφότεροι οι Κανόνες είναι φανερώσεις του στηριγμοϋ, των δόσεων καί των δωρεών του Θεού προς τον αναζητητή παρακλήσεως πιστό, δια της Θεοτόκου.
Οι επαγωγές των λυπηρών πού χειμάζουν την ψυχή καί την καρδιά μας δεν πολεμούνται καί δεν αντιμετωπίζονται με τα λιανοντούφεκα του στοχασμού, οϋτε με τ’ άσφαιρα πυρά της φιλοσοφίας, έστω καί της στωικής. Χρειάζονται κανόνια ισχυρά, ευθύβολα, μικρού καί μεγάλου βεληνεκούς. Τέτοια είναι οι δυο Παρακλητικοί Κανόνες. Ή γόμωσή τους είναι πόνος μεγατόνων. Είναι μοναξιά καί αδιέξοδο. Είναι παράπονο καί στένωση. Είναι απελπισμένη άναζήτηση φωτός καί κορακιασμένη δίψα για ζωή. Καί βάλλουν κατ’ ευθείαν στο στόχο του ελέους. Εκεί πού υπάρχει άφθονο. Στά μητρικά αυτιά Εκείνης πού μας γέννησε τον Θελητήν του Ελέους καί δύναται πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου – Θεού Μήτηρ, ει νεύση έτι μόνον προς την ημών οικτράν ταπείνωσιν. Ν’ άντληση – Εκείνη άφειδώλευτα από τον γλυκερό ποταμό τής Ζωής με τον κάδο της παρρησίας Της καί να μας λούση με ζωοπάροχα θεία νάματα να μας ποτίση . χορταστικά, να ξεπλύνη τα μάτια μας για να μπορέσουμε να δούμε την έμορφιά του χρυσοπλοκώτατου κάλλους. Να βρούμε λιμάνι γαληνό κι ασφάλεια μέσα στη δωδεκάτειχη Πόλη κι ελπίδα σωτηρίας σιμά στο θρόνο Της τον ήλιοστάλακτο. Να γίνη καί σε μας το ποθούμενο άκατανόητον θαύμα.
Την δέησίν μου δέξαι την πενιχράν, «Κυρά των Αμπελιών», Αίγαιο-πελαγίτισσα Παναγία, Γρηγορούσα Άθηνιώτισσα, Παραμυθία Αγιορείτικη, Φανερωμένη πολλάκις στις πέτρινες ώρες των παιδιών Σου, καί κλαυθμόν μη παρίδης καί δάκρυα, καί στεναγμόν, άλλ’άντιλαβοϋ μου ως αγαθή καί τάς αιτήσεις πλήρωσον. Αυτές, πού μέσα στην αυγουστιάτικη κάψα ή παναθλία καί ταπεινή μου ψυχή Σού υποβάλλει, Ζωοδόχε Πηγή, φλογιζόμενη μέσ’ στο καμίνι των συμφορών καί των θλίψεων. Γιατί, αληθινά, προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; Πού προσδράμω, λοιπόν, καί σωθήσομαι; Που πορευθώ; Τέτοιες ώρες, στείρες καί δάκρυνες,πού,έκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε;Ποιά πόρτα, Πορτάίτισσα, θα με δεχτή, αν δεν μου άνοιξης Σύ την Έκατονταπυλιανή αγάπη Σου; Σέ ποιόν, Γοργοεπήκοε, τον πόνο μου θα πω, τον πόνο πού με βρήκε εξ αμέτρητων αναγκών καί θλίψεων καί εξ εχθρών δυσμενών καί συμφορών βίου, για να μου δώση, Ελεούσα μου, προθυμερά παντελή σωτηρίαν καί πλατυσμόν.
Λυγίζουνε τα γόνατα μπρος στην εικόνα της Μητέρας της Ζωής, πού δέχεται χρυσοκαλόκαρδα τα ταπεινά αυγουστιάτικα βασιλικά της αγάπης,καί τους εκ βάθους στεναγμούς καί τα δάκρυα της αποσταμένης ελπίδας μας,καί το λατρευτικό ασπασμό της πίστεως όσων ολόψυχα Την ομολογούμε Κυρίως Θεοτόκον και Τη νοιώθουμε κατάκαρδα Προστάτιν της ζωής καί φρουράν άσφαλεστάτην, των πειρασμών διαλΰουσαν όχλον καί επήρειας δαιμόνων έλαύνουσαν. Καί φέγγει περισσότερο άπ’ την αυγουστιάτικη πανσέληνο το άγιο πρόσωπο της Θεοτόκου, πού αναδείχθηκε διαπαντός ό γλυκασμός των Αγγέλων καί των θλιβομένων ή χαρά, καθώς επείγεται να μεταστή προς την Ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής. Για να σπεύδη αδιάκοπα, γοργοφτέρουγη, χαριτόφορη, φωτοπλήμμυρη, ήλιόκαλη, να παρακαλή, να στηρίζη, να περισκέπη, ν’άγιάζη, να προστατεύη καί να λυτρώνη εκ θανάτου τις ψυχές Θεο-στηρίκτων, Θεο-δώρων, Θεο-φάνων, Θεο-δοσίων καί γενικώς Θεο-πίστων καί φιλο-Θεο-μητόρων. τίς κριματισμένες δικές μας ψυχές…

Σεβ. Μητροπολίτου πρ. Ν.Ζηλανδίας κ. Ιωσήφ.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

«Ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα...καί ἐξέδοτο αὐτόν γεωργοῖς...»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 

Ὁ οἰκοδεσπότης τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἑτοιμάζει ὁλόκληρη περιουσία, τήν ἐπιμελεῖται ὁ ἴδιος, φροντίζει γιά ὅλα προσωπικά, σ’ ὅλες τίς λεπτομέρειες, καί κατόπιν ἕτοιμη, τήν παραδίδει στούς γεωργούς καί ἀναχωρεῖ. Ἀναχωρεῖ, γιά νά ἐπιστρέψῃ ὕστερα ἀπό καιρό καί νά ζητήσῃ λογαριασμό, ἀπό ἐκείνους πού ἔβαλε γιά νά διαχειριστοῦν καί νά φροντίσουν τήν περιουσία του. Οἱ γεωργοί, ἄνθρωποι πτωχοί, ἀλλά καί ἀνίκανοι, εὑρέθησαν ξαφνικά μέσα σέ μιά τεράστια περιουσία καί ἐκαλοῦντο ἀπό τό ἀφεντικό νά τήν παραλάβουν, νά τήν φροντίσουν καί νά ἀποδώσουν στόν κύριό τους τούς καρπούς.
Αὐτό τό γεγονός φανερώνει, ὅτι, πολλές φορές, ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται, ξαφνικά καί ἀνέλπιστα, σέ μιά μεγάλη εὐτυχία, πού δέν εἶναι πάντοτε ἔργο δικό του. Περιστάσεις ἀνεξάρτητες ἀπό τή θέλησή μας, συχνά – πυκνά, παρουσιάζονται στό δρόμο μας καί μᾶς χαρίζουν μιά εὐτυχία, μεγάλη ἤ μικρή, ἀνεπάντεχη καί ἀπροσδόκητη. Ἔτσι βρισκόμαστε σέ μιά κατάσταση, πού ὄχι μόνον δέν ἐδημιουργήσαμε ἐμεῖς, ἀλλά καί πού δέν ἦταν δυνατό οὔτε καί νά τήν φανταστοῦμε. Καί τότε γεννᾶται μέσα μας τό μεγάλο πρόβλημα: Πῶς θά ἀντιμετωπίσωμε ὅλα αὐτά τά ἀγαθά; Ποιά θά εἶναι ἡ στάση μας μπροστά σ’αὐτή τήν ἀπρόσμενη εὐτυχία; Ποιό τρόπο καί ποιά μέθοδο θά ἀκολουθήσωμε στή διαχείριση τῆς περιουσίας αὐτῆς, τῆς ὑλικῆς ἤ πνευματικῆς; Πελώρια τά ἐρωτηματικά αὐτά γιά τή ζωή τοῦ καθενός μας. Γι αὐτό καί κρίσιμη ἡ ἀπόφαση πού θά πάρωμε. Νά γιατί οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι, μέ ὅλη τή σοφία πού τούς διέκρινε, ἔλεγαν ἀποφθεγματικά: «Τό φυλάξαι τά ἀγαθά, τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι». Δυστυχῶς οἱ γεωργοί τῆς παραβολῆς, ἐπειδή ἔκαμαν κακή ἐκτίμηση τῆς πραγματικότητας, ἔπεσαν ἔξω στή διαχείριση τῆς περιουσίας, πού τούς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος.
Στήν ἴδια θέση ὅμως πού εὑρέθησαν τότε οἱ γεωργοί, εὑρισκόμεθα καί ἐμεῖς σήμερα. Ποιά ἆραγε θά πρέπει νά εἶναι ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στά ἀγαθά - ὑλικά καί πνευματικά – πού κατέχομε; Πρῶτα ἀπ’ ὅλα εἶναι ἀνάγκη νά ἐκτιμήσωμε σωστά τήν κατάσταση, γιά νά μή βρεθοῦμε ἐκτός πραγματικότητας καί τήν «πάθωμεν» σάν τούς κακούς γεωργούς. Νά ἀναγνωρίσωμε ἔπειτα, ὅτι δέν εἴμαστε ἰδιοκτῆτες, ἀφεντικά αὐτῆς τῆς περιουσίας πού ἔχομε στά χέρια μας, ἀλλ’ ἁπλῶς οἰκονόμοι καί διαχειριστές. Κι αὐτό ἀποδεικνύεται θαυμάσια, ἀπό τό γεγονός, ὅτι «γυμνοί ἐξήλθομεν ἐκ τῆς κοιλίας τῆς μητρός ἡμῶν, γυμνοί καί ἀπελευσόμεθα ἐκεῖ», γιά νά μιλήσωμε μέ τά λόγια τοῦ πολύπαθου Ἰώβ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅ, τι νομίζομεν ὅτι ἀπεκτήσαμε στόν κόσμον, τό ἀποχωριζόμεθα, ἑκόντες ἄκοντες, ὅταν πρόκειται νά φύγωμεν ἀπ’ αὐτόν. Τό τονίζει χαρακτηριστικά καί ζωηρά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «οὐδέν εἰσηνέγκαμεν εἰς τόν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδέ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα». Ἀφοῦ, λοιπόν, κατανοήσωμεν αὐτήν τήν ἀλήθεια, τότε θά πρέπει νά διαχειριστοῦμε τήν περιουσία πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος, μέ φόβον Θεοῦ, «ὡς λόγον ἀποδώσοντες». Πάντοτε σέ κάθε μας ἐνέργεια πρέπει νά μᾶς συνέχῃ ἡ σκέψη, ὅτι κάποτε, ἀργά ἤ γρήγορα, πάντως σέ ὥρα καί στιγμή πού δέν περιμένομε, ὁ Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος θά ζητήσῃ ἀπό ὅλους μας ἀπολογισμόν τῆς διαχειρίσεώς μας στήν περιουσία του. Ἀλλοίμονον ἄν δέν ἔχωμε νά προσφέρωμε καλούς καί πολλούς καρπούς, ἀνάλογα μέ τήν ἀξία τῆς ἐμπιστευθείσης περιουσίας.
Ἀδελφοί μου! Εἴπαμε καί στήν ἀρχή, πώς ἴσως δέν εἶναι δύσκολο νά ἀποκτήσῃ κανείς μιά περιουσία καί μιά εὐτυχία. Τό δύσκολο εἶναι νά τήν διατηρήσῃ. Εὐκαιρίες παρουσιάζονται πολλές. Μά ἡ μεγαλύτερη καί πολυτιμώτερη εἶναι ἐκείνη, πού μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεός στέλνοντας στή γῆ τόν Μονογενῆ Του Υἱόν, γιά νά μᾶς προσφέρη δωρεάν τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἄς μήν τήν ἀφήσωμε νά φύγη ἀπό τά χέρια μας. Ἡ λυτρωμένη ψυχή μας εἶναι ὁ γλυκύτερος καί ὠφελιμώτερος καρπός τοῦ ἀμπελῶνος, πού ἔχομε νά προσφέρωμε, σάν ἀνταπόδομα, στόν Μεγάλον Οἰκοδεσπότη καί Πατέρα μας. Γένοιτο!

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου.
 
πηγή:synodoiporia

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Αρχή της Ινδίκτου

Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. Για την περίπτωση αυτή, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων.
Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι).
Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β΄
πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Μεγαλυνάριον
ναρχε τρσήλιε Βασιλεῦ, ὁ καιρῶν καὶ χρόνων, τὰς ἑλίξεις περισκοπῶν, εὐλόγησον τὸν κύκλον, τῆς νέας περιόδου, τὰς ἀγαθάς σου δόσεις πᾶσι δωρούμενος.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Κατάθεση Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου

Η ανακομιδή της τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου, άλλοι λένε ότι έγινε από το βασιλιά Αρκάδιο και άλλοι από το γιο του Θεοδόσιο τον Β'. Η μεταφορά έγινε από την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και την τοποθέτησαν σε μια χρυσή θήκη, που ονομάσθηκε αγία Σωρός. Όταν πέρασαν 410 χρόνια, ο βασιλιάς Λέων ο Σοφός άνοιξε την αγία αυτή Σωρό για τη βασίλισσα σύζυγο του Ζωή, που την διακατείχε πνεύμα ακάθαρτο. Όταν λοιπόν άνοιξε την αγία Σωρό, βρήκε την τίμια Ζώνη της Θεοτόκου να ακτινοβολεί υπερφυσικά. Και είχε μια χρυσή βούλα, που φανέρωνε το χρόνο και την ήμερα που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού λοιπόν την προσκύνησαν, ο Πατριάρχης άπλωσε την τιμία Ζώνη επάνω στη βασίλισσα, και αμέσως αυτή ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο. Όποτε όλοι δόξασαν το Σωτήρα Χριστό και ευχαρίστησαν την πανάχραντη Μητέρα Του, η οποία είναι για τους πιστούς φρουρός, φύλαξ, προστάτις, καταφυγή, βοηθός, σκέπη, σε κάθε καιρό και τόπο, ήμερα και νύκτα.
Στη συνέχεια η Αγία Ζώνη τεμαχίστηκε και τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τους βάρβαρους και απολίτιστους κατακτητές και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα μέρος όμως διασώθηκε και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την απελευθέρωση της Πόλης από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στον ιερό ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών. Η τελευταία αναφορά για το άγιο λείψανο είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 1424 και 1453.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους το 1453, είναι άγνωστο τι απέγινε το υπόλοιπο μέρος της Αγίας Ζώνης στη συνέχεια. Έτσι το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο έφτασε εκεί.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει έναν χρυσό σταυρό για να τον προστατεύει στις εκστρατείες. Στη μέση του σταυρού είχε τοποθετηθεί τεμάχιο Τιμίου Ξύλου· ο σταυρός έφερε επίσης θήκες με άγια λείψανα Μαρτύρων, και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν αυτόν τον σταυρό στις εκστρατείες. Το ίδιο έπραξε και ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β Ἄγγελος (1185-1195) σε μία εκστρατεία εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασάν. Νικήθηκε όμως και μέσα στον πανικό ένας ιερέας τον πέταξε στο ποτάμι για να μην τον βεβηλώσουν οι εχθροί. Μετά από μερικές μέρες όμως οι Βούλγαροι τον βρήκαν· έτσι πέρασε στα χέρια του Ασάν.
Οι Βούλγαροι ηγεμόνες μιμούμενοι τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους στις εκστρατείες το σταυρό. Σε μία μάχη όμως εναντίον των Σέρβων ο βουλγαρικός στρατός νικήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ο Λάζαρος αργότερα δώρισε το σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μαζί με το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης.
Οι Άγιοι Πατέρες της Ιεράς Μονής διασώζουν και μία παράδοση σύμφωνα με την οποία η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου αφιερώθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμα, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Τα θαύματα που πραγματοποίησε και πραγματοποιεί η Τιμία Ζώνη είναι πολλά. Βοηθά ειδικά τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδί. Αν ζητήσουν με ευλάβεια τη βοήθειά της Παναγίας, τούς δίδεται τεμάχιο κορδέλας που έχει ευλογηθεί στην λειψανοθήκη της Αγίας Ζώνης· αν έχουν πίστη, καθίστανται έγκυες.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ'
Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Zώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Ο Αγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής (Αποτομή Κεφαλής)

  Αναμφίβολα ανάμεσα στις μεγάλες γιορτές του Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος - Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου) εξέχουσα θέση κατέχει και η 29 του μηνός κατά την οποία η ορθόδοξος ανατολική εκκλησία "μνείαν ποιείται της αποτομής της κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου" ή πιο απλά του αποκεφαλισμού του Προδρόμου και Βαπτιστού του Ιησού Ιωάννου.
  Πρόκειται για εορτή την οποία ο ορθόδοξος ελληνικός λαός τιμά και γιορτάζει με εξαιρετική ευλάβεια και θρησκευτική κατάνυξη. Είναι κατά τη λαϊκή έκφραση η γιορτή "Τ' Αι Γιαννιού τ' Αποκεφαλιστή", που θεωρείται ο κατεξοχήν προστάτης κατά του πυρετού και γενικά των πυρετικών νόσων.
  Από τις διηγήσεις της Αγίας Γραφής είναι γνωστό ότι ο Ιησούς διωγμένος από την πατρίδα του και από την Ιερουσαλήμ, διδάσκοντας πάντα και συγχωρώντας, θεραπεύοντας και ευλογώντας, γύρισε στη Γαλιλαία. Εκεί του έφθασε η φοβερή είδηση που τον έθλιψε βαθιά: Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε αποκεφαλιστεί! Οπως αναφέρουν οι Ευαγγελιστές Μάρκος (κεφ. Στ 14-30) και Ματθαίος (κεφ. ΙΔ 3-12), από τότε που τον συνέλαβε ο Ηρώδης ο Αντίπας και δεμένο τον έριξε στη σκοτεινή φυλακή του Μαχαιρούντα -του φοβερού φρουρίου με τις άγριες φυλακές- ο Ιωάννης από μέσα από το ζωντανό εκείνο τάφο, δεν έπαυε να βροντοφωνεί και να ειδοποιεί τον τετράρχη Ηρώδη πως κατάρα Θεού θα πέσει επάνω του, αν δεν αλλάξει ζωή και δεν διώξει από κοντά του την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα του αδελφού του Φίλιππου, την οποία είχε νυμφευθεί παράνομα. Και ο τύραννος άκουε με αγανάκτηση αλλά και με τρόμο την κατηγορία, που τον εξευτέλιζε. Γι' αυτό διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Και ήλθε ο Προφήτης μπροστά του ντυμένος με την προβιά του, αδυνατισμένος από την κακοπέραση της φυλακής, αλλά αλύγιστος στην ψυχή. Ατρόμητα του είπε ο ερημίτης τις αμαρτίες του και επέμεινε να διώξει τη γυναίκα του αδελφού του. "Δε σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου", του έλεγε ο Βαπτιστής.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΑΛΩΜΗΣ
  Εν τω μεταξύ η Ηρωδιάδα σαν το έμαθε, μαινόμενη και τρέφοντας μνησικακία εναντίον του Προδρόμου ήθελε να τον θανατώσει, αλλά δεν μπορούσε, διότι ο Ηρώδης φοβούνταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε ότι ήταν άνδρας δίκαιος και άγιος.
  Γι' αυτό τον σεβόταν και τον επροστάτευε από τις άγριες διαθέσεις της Ηρωδιάδας. Τον άκουε ευχαρίστως, αλλά όσα άκουε τον έφερναν σε μεγάλη απορία, αν και ο Βαπτιστής δεν έπαυε να του φωνάζει:
- Δεν σου επιτρέπεται να έχεις κοντά σου τη γυναίκα του αδελφού σου!
  Ωστόσο η Ηρωδιάδα περίμενε κατάλληλη ευκαιρία, για να εκτελέσει τα πανούργα σχέδιά της, δηλαδή να κλείσει μία για πάντα το στόμα του Ιωάννη. Και η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιασθεί, όταν ο Ηρώδης στη γιορτή των γενεθλίων του παρέθεσε δείπνο στους αυλικούς του, στους χιλιάρχους και στους προύχοντες της Γαλιλαίας. Εξαφνα, στη μέση του γεύματος, -καθώς αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος- παρουσιάσθηκε η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας από τον πρώτο της γάμο, νέα πολύ, όμορφη σαν τη μητέρα της, και εμπρός στους ξαφνιασμένους αυλικούς χόρεψε με μεγάλη χάρη κάποιο χορό δικό της, που άρεσε τόσο πολύ στον Ηρώδη και στους καλεσμένους του, ώστε της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι θα του ζητούσει, ακόμη και το μισό βασίλειό του! Και η Σαλώμη, αφού καθοδηγήθηκε από τη μητέρα της Ηρωδιάδα, ζήτησε να της δώσει σ' ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή!
  Και ελυπήθηκε μεν ο βασιλιάς, αλλά εξαιτίας του όρκου και των καλεσμένων του δεν ήθελε να της το αρνηθεί. Αμέσως έστειλε δήμιο και διέταξε να φέρει το κεφάλι του Ιωάννη. Και εκείνος επήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή και έφερε το κεφάλι του σ' ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι (τη Σαλώμη) και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα της (την Ηρωδιάδα). Και όταν το άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη, ήρθαν και επήραν το σώμα του και το έβαλαν σε μνημείο, και κατόπιν επήγαν και τα είπαν στον Ιησού. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του φίλου, που τόσο αγαπούσε και εκτιμούσε, έθλιψε βαθιά τον Ιησού.

ΑΠΟ ΑΠΟΨΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ
  Η μυθοπλαστική φαντασία του ορθόδοξου λαού μας έπλασε πολλές διηγήσεις, προλήψεις και παραδόσεις σχετικές με τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου.
  Ετσι στη μαρτυρική Κύπρο λέγεται ότι την ημέρα αυτή σηκώνονται πρωί - πρωί, για να ιδούν την κεφαλήν του Βαπτιστή ν' αναπηδά -όπως φαντάζονται- μέσα στο δίσκο του ανατέλλοντας ηλίου. Και ακόμα πιστεύουν ότι οι κακοήθεις πυρετοί με τα τρομερά τους ρίγη οφείλονται στην ταραχή που αισθάνθηκε η κεφαλή του αποκεφαλισμένου αγίου. Για την υγεία εξάλλου του κοινού, ανάβονταν "πυρές" και γίνονταν λιτανείας και παρακλήσεις, όπως για παράδειγμα στην Απολλωνιάδα της Προύσας και σε πολλά μέρη του αλησμόνητου και νοσταλγικού Πόντου.
  Στη Λέσβο εξάλλου διηγούνται πως "όταν ο δήμιος του Ηρώδη έκοβε το κεφάλι του Ιωάννη, έτρεμε σαν που τρέμει ο θερμασμένος". Στη Μήλο πάλι ο άγιος αποκαλείται "Ριγολόος", γιατί λένε, θεραπεύει τους πάσχοντες από ρίγη. Γι' αυτό και νηστεύουν κατά την ημέρα της μνήμης του, για να μην τους πιάνει "θέρμη". Τέλος στο αγίασμα του Προδρόμου παρά το Κατιρλί της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία λέγεται πως οι προσερχόμενοι χριστιανοί άφηναν ένα μέρος των τριχών της κεφαλής τους, για να απαλλαγούν -όπως πίστευαν- από πολύχρονο πυρετό.
   Η νηστεία εξάλλου που συνηθίζεται κατά την ημέρα αυτή, δηλαδή, στις 29 Αυγούστου, συνοδεύεται με την αποφυγή παντός το οποίο προσομοιάζει με το αίμα που έτρεξε από την κεφαλή του. Για το λόγο αυτό σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, ιδιαίτερα της υπαίθρου, δεν τρώνε μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο, οποιοδήποτε μαύρο φρούτο, γιατί -όπως πιστεύουν- το αίμα του αγίου τα έβαψε!
   Επίσης αλλού δεν τρώνε καρύδι, γιατί του έκοψαν το "καρύδι" του λαιμού. Τέλος δεν πιάνουν μαχαίρι, και ό,τι κόβουν, το κόβουν με το χέρι. Γενικά η νηστεία προς τιμήν του είναι καθολική από τον ορθόδοξο λαό μας. Οι άρρωστοι προσερχόμενοι στις εκκλησιές που πανηγυρίζουν στο όνομά του, τάζουν στον άγιο λάδι, λιβάνι, κερί ή πετεινό και κατσίκι, τα οποία σφάζονται κατά τη γιορτή του και παρατίθενται σε κοινή τράπεζα στους εκκλησιαζόμενους.


ΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΡΩΔΙΑΔΟΣ
  Τέλος σύμφωνα με μία λαϊκή παράδοση διαδεδομένη σε πολλά μέρη της χώρας μας άδοξο ήταν και το τέλος της βασίλισσας Ηρωδιάδος, που υπήρξε η υπαίτιος του μαρτυρικού θανάτου του Ιωάννου του Βαπτιστού.
  Λέγεται λοιπόν πως κάποτε η κακούργος Ηρωδιάς θέλησε να περάσει από ένα ποτάμι παγωμένο κατά τη διάρκεια ενός δριμύτατου χειμώνα. Μόλις όμως τα καταραμένα πόδια της επάτησαν στο ποτάμι, ξαφνικά έσπασε ο πάγος και αυτή έπεσε σε μία τρύπα που δημιουργήθηκε. Μόνο το κεφάλι της έμεινε έξω από τον πάγο, για να βασανίζεται αιώνια για το θάνατο του αγίου.
  Ωστόσο, για την κακούργα Ηρωδιάδα απαντούν διάφορες παραδόσεις και σε άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως για παράδειγμα στους Ιταλούς, Γερμανούς, Σέρβους και Ρουμάνους. Κατά μία μάλιστα βυζαντινή παράδοση ο θάνατός της επήλθε πλησίον ενός φρέατος, και η κεφαλή της εκομίσθη -όπως πιστεύεται- στον Ηρώδη. Το ανοσιούργημά της, κατά την πίστη του ορθόδοξου λαού, έγινε αιτία μεγάλων για την ανθρωπότητα κακών. Ετσι επιστεύεται ότι οι κακοήθεις πυρετοί και η ελονοσία, που εμάστιζαν για αρκετά χρόνια τον τόπο μας με τα φοβερά εκείνα ρίγη και τους παραξυσμούς τους, οφείλονταν στην ταραχή που ένιωσε η κεφαλή του "καρατομηθέντος" αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

πηγή: Παναγία Αλεξιώτισσα

Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος και Βαπτιστής (Αποτομή τιμίας Αυτού Κεφαλής)

«Οὐκ ἐξεστὶ σοὶ ἔχειν, τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Δεν σου επιτρέπεται από το νόμο του Θεού να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου, ο όποιος ζει ακόμα. Λόγια του Τιμίου Προδρόμου, που αποτελούσαν μαχαιριές στις διεφθαρμένες συνειδήσεις του βασιλιά Ηρώδη Αντίπα και της παράνομης συζύγου του Ηρωδιάδος, που ήταν, γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. Ο Ηρώδης, μη ανεχόμενος τους ελέγχους του Προδρόμου, τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή όμως των γενεθλίων του, ο Ηρώδης υποσχέθηκε με όρκο να δώσει στην κόρη της Ηρωδιάδος ότι ζητήσει, διότι του άρεσε πολύ ο χορός της. Τότε η αιμοβόρος Ηρωδιάς είπε στην κόρη της να ζητήσει στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη. Πράγμα που τελικά έγινε.
Έτσι, ο ένδοξος Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού, θα παραμένει στους αιώνες υπόδειγμα σε όλους όσους θέλουν να υπηρετούν την αλήθεια και να αγωνίζονται κατά της διαφθοράς, ανεξάρτητα από κινδύνους και θυσίες. Και να τι λένε οι 24 πρεσβύτεροι της Αποκάλυψης στο Θεό για τους διεφθαρμένους: «ἦλθεν... ὁ καιρὸς τῶν ἐθνῶν κριθήναι... καὶ διαφθείραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν». Ήλθε, δηλαδή, ο καιρός της ανάστασης των νεκρών για να κριθεί ο κόσμος και να καταστρέψεις (Θεέ μου) εκείνους, που με τη διεφθαρμένη ζωή τους διαφθείρουν και καταστρέφουν τη γη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'  Ταχὺ προκατάλαβε
ς πάντων ὑπέρτερος, τῶν Προφητῶν ἀληθῶς, αὐτόπτης καὶ Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Προφῆτα γεγένησαι, ὅθεν καὶ παρ’ Ἡρῴδου, ἐκτμηθεῖς σου τὴν Κάραν, ἔδραμες τοὶς ἐν Ἅδῃ, προκηρύξαι τὸ λύτρον διὸ σὲ Ἰωάννη Βαπτιστά, ποθῶ γεραίρομεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β΄
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. α΄
τοῦ Προδρόμου ἔνδοξος ἀπoτομή, οἰκονομία γέγονέ τις θεϊκή, ἵνα καὶ τοῖς ἐν ᾅδη τοῦ Σωτῆρος κηρύξῃ τὴν ἔλευσιν. Θρηνείτω οὖν Ἡρωδιάς, ἄνομον φόνον αἰτήσασα, οὐ νόμον γὰρ τὸν τοῦ Θεοῦ, οὐ ζῶντα αἰώνα ἠγάπησεν, ἀλλ᾽ ἐπίπλαστον πρόσκαιρον.